Περιγραφή Επεισοδίου

Ο Γιώργος Λιάγκουρας είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ και έχει διδακτορικό στις οικονομικές επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Παρίσι 7 (VII). Διδάσκει στο Τμήμα Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του 2000-1 και από το 2023 είναι Καθηγητής.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων την πολιτική οικονομία του ψηφιακού (ή μετα-βιομηχανικού) καπιταλισμού, και τη συγκριτική πολιτική οικονομία της Νότιας Ευρώπης και των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μαζί με τον Θανάση Φρυδά και την Ειρήνη Αναγνώστου μας εξηγεί τι είναι η θεσμική οικονομική, πώς η τεχνολογική εξέλιξη έχει αλλάξει την οικονομία όπως και με ποιον τρόπο έχει μετατοπιστεί στην σύγχρονη οικονομία η αξία και ποια η σημασία της παραγωγής σήμερα.

Ακόμα, μας αναλύει τι είναι τα άυλα προϊόντα και οι επενδύσεις, πώς θα αντιμετωπιστεί στο μέλλον η ανεργία, τι ρόλο έχουν σήμερα τα κράτη στην παγκόσμια οικονομία και τέλος μας αναλύει την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας καθώς και πώς μπορεί να ενδυναμωθεί η περιφέρεια του Β. Αιγαίου μέσω του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

arrow_right Συνοπτική επιμελημένη παρουσίαση

Η συζήτηση με τον Γιώργο Λιάγκουρα, Καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ξεκινά από μια θεμελιώδη μεθοδολογική βάση: τη θεσμική οικονομική. Αντί για την κυρίαρχη αντίληψη του τεχνολογικού ντετερμινισμού —την ιδέα ότι η τεχνολογία κινεί αυτόνομα την οικονομία και την κοινωνία— ο κ. Λιάγκουρας υποστηρίζει μια αντίστροφη προσέγγιση. Οι θεσμοί της οικονομίας και της κοινωνίας είναι εκείνοι που επηρεάζουν τη διαμόρφωση και την κατεύθυνση της τεχνολογικής προόδου. Μέσα από αυτό το πρίσμα, εξετάζονται οι βαθιές αλλαγές των τελευταίων τριών δεκαετιών, οι οποίες δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα αλλά τρία διαδοχικά και αλληλοεπικαλυπτόμενα κύματα.

Το πρώτο κύμα αφορά τη σταδιακή απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου και τη δημιουργία των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας. Οι παραγωγικές διαδικασίες αποσυνδέθηκαν από τις εθνικές έδρες, μεταφέροντας το βάρος της συναρμολόγησης σε χώρες με χαμηλότερο κόστος, ενώ ο έλεγχος παρέμεινε στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Το δεύτερο κύμα έφερε το διαδίκτυο και τις ψηφιακές πλατφόρμες. Αυτές οι επιχειρήσεις, αν και δεν παράγουν χειροπιαστά αγαθά, απέκτησαν τεράστια ισχύ λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι («αγορές» οι ίδιες) μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, ανατρέποντας παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα. Το τρίτο κύμα, στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, αφορά την τεχνητή νοημοσύνη και την επεξεργασία δεδομένων. Σε αντίθεση με τη βιομηχανική επανάσταση που πολλαπλασίασε τη μυική δύναμη, η AI επιχειρεί να αντικαταστήσει το ανθρώπινο μυαλό, προκαλώντας εύλογες ανησυχίες για τα διανοητικά επαγγέλματα.

Κεντρικός άξονας της ανάλυσης είναι η «μετατόπιση της αξίας». Ενώ παλαιότερα ο πλούτος παραγόταν στη γεωργία και κατόπιν στη βιομηχανία, σήμερα η αξία συγκεντρώνεται σε άυλα στοιχεία: πατέντες, εμπορικά σήματα (branding), έρευνα και τεχνολογία. Οι μεγάλες εταιρείες, όπως η Nike ή η Uber, δεν παράγουν το τελικό προϊόν, αλλά κατέχουν τον σχεδιασμό, το μάρκετινγκ και τα δεδομένα – τα στοιχεία που αποφέρουν το μεγαλύτερο κέρδος. Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί μια ανισορροπία, καθιστώντας τον παραγωγό όλο και πιο αδύναμο, ενώ το κεφάλαιο καθίσταται όλο και πιο «άυλο» και δύσκολο να φορολογηθεί.

Στο ζήτημα της απασχόλησης και της τεχνητής νοημοσύνης, ο καθηγητής αποφεύγει την καταστροφολογία. Αν και αναγνωρίζει τη διαρθρωτική ανεργία, υπενθυμίζει ότι η ιστορία των βιομηχανικών επαναστάσεων είναι μια ιστορία συνεχούς υποκατάστασης θέσεων εργασίας, η οποία όμως πάντα συνοδευόταν από τη δημιουργία νέων. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η εξαφάνιση της εργασίας, αλλά ο χρόνος προσαρμογής και η πρόνοια για τους ανθρώπους που μένουν παροδικά εκτός αγοράς. Τονίζει, ωστόσο, ότι ο καπιταλισμός από μόνος του στερείται ηθικών κανόνων, και η παρέμβαση του δημοσίου τομέα είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή.

Τέλος, η συζήτηση εστιάζει στην ελληνική πραγματικότητα. Η χώρα παραμένει δέσμια ενός παραγωγικού μοντέλου που εξαρτάται υπερβολικά από τον τουρισμό και τη ναυτιλία, με το brain drain των τελευταίων ετών να αποτελεί μια σημαντική απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου. Αναφορικά με την περιφερειακή ανάπτυξη, ειδικά για το Βόρειο Αιγαίο, ο κ. Λιάγκουρας απορρίπτει τα «ονειρικά» μοντέλα ανάπτυξης. Προτείνει μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση: το Πανεπιστήμιο δεν πρέπει να λειτουργεί μόνο ως πηγή ζήτησης για την τοπική αγορά, αλλά ως μοχλός διασύνδεσης, βοηθώντας τους αποφοίτους να δημιουργήσουν δικές τους επιχειρήσεις. Η στρατηγική επιβίωσης δεν έγκειται στην τυφλή μίμηση ευρωπαϊκών προτύπων, αλλά στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και στην ικανότητα να παράγουμε προϊόντα που μπορούμε πραγματικά να εξάγουμε με επιτυχία στον διεθνή ανταγωνισμό.